cottage
Pronunciation
/ˈkɑtɪʤ/

Ορισμός και σημασία του "cottage"στα αγγλικά

01

σπιτάκι, εξοχικό

a small house, particularly one that is situated in the countryside or a village
cottage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cottages
Παραδείγματα
They dreamed of retiring to a little cottage in the English countryside.
Ονειρεύονταν να συνταξιοδοτηθούν σε ένα μικρό σπιτάκι στην αγγλική ύπαιθρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store