cottage
co
ˈkɒ
ko
ttage
tɪʤ
tij

Ορισμός και σημασία του "cottage"στα αγγλικά

01

σπιτάκι, εξοχικό

a small house, particularly one that is situated in the countryside or a village 
cottage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cottages
Παραδείγματα
They spent the weekend at a charming cottage by the lake. 

Πέρασαν το σαββατοκύριακο σε ένα γοητευτικό σπιτάκι δίπλα στη λίμνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cottage
cot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store