Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cosset
01
καταχαϊδεύω, προστατεύω υπερβολικά
to treat someone with an excessive amount of care and indulgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cosset
γ΄ ενικό πρόσωπο
cossets
ενεστώτα μετοχή
cosseting
απλός αόριστος
cosseted
παθητική μετοχή
cosseted
Παραδείγματα
She cosseted her newborn with the finest clothes and constant attention.
Καλομεταχειρίστηκε το νεογέννητό της με τα καλύτερα ρούχα και συνεχή προσοχή.



























