Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cosplay
01
cosplay, ενδυματολογία χαρακτήρα
the activity of wearing a costume similar to that of a character from a movie, video game, or book
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Through cosplay, fans not only celebrate their love for a particular fandom but also connect with like-minded individuals who share their passion for creativity and storytelling.
Μέσω του cosplay, οι θαυμαστές όχι μόνο γιορτάζουν την αγάπη τους για ένα συγκεκριμένο fandom, αλλά συνδέονται και με ομοϊδεάτες που μοιράζονται το πάθος τους για τη δημιουργικότητα και την αφήγηση.
to cosplay
01
κοςπλέι, ντύνομαι ως χαρακτήρας
to dress up and often act as a character from a movie, book, video game, or other media
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cosplay
γ΄ ενικό πρόσωπο
cosplays
ενεστώτα μετοχή
cosplaying
απλός αόριστος
cosplayed
παθητική μετοχή
cosplayed
Παραδείγματα
They cosplayed characters from the popular fantasy series.
Έκαναν cosplay χαρακτήρων από τη δημοφιλή σειρά φαντασίας.



























