Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airbrush
01
αερογράφος, πιστόλι ψεκασμού
a piece of equipment using compressed air that an artist employs to spray paint on a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airbrushes
to airbrush
01
ζωγραφίζω με αερογράφο, χρησιμοποιώ αερογράφο
paint with an airbrush
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
airbrush
γ΄ ενικό πρόσωπο
airbrushes
ενεστώτα μετοχή
airbrushing
απλός αόριστος
airbrushed
παθητική μετοχή
airbrushed



























