airbrush
air
ˈɛr
ερ
brush
brʌʃ
μπρασ
/ˈe‌əbɹʌʃ/

Ορισμός και σημασία του "airbrush"στα αγγλικά

01

αερογράφος, πιστόλι ψεκασμού

a piece of equipment using compressed air that an artist employs to spray paint on a surface
airbrush definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airbrushes
to airbrush
01

ζωγραφίζω με αερογράφο, χρησιμοποιώ αερογράφο

paint with an airbrush
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
airbrush
γ΄ ενικό πρόσωπο
airbrushes
ενεστώτα μετοχή
airbrushing
απλός αόριστος
airbrushed
παθητική μετοχή
airbrushed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store