Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Correspondent
01
ανταποκριτής, ειδικός απεσταλμένος
someone employed by a TV or radio station or a newspaper to report news from a particular country or on a particular matter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correspondents
Παραδείγματα
The radio station 's sports correspondent delivers live commentary from major sporting events.
Ο αθλητικός ανταποκριτής του ραδιοφωνικού σταθμού παρέχει ζωντανά σχόλια από τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα.
02
ανταποκριτής, επιστολογράφος
a person who communicates with another by sending and receiving letters
Παραδείγματα
They were longtime correspondents sharing news and updates.
Ήταν μακροχρόνιοι ανταποκριτές που μοιράζονταν ειδήσεις και ενημερώσεις.
correspondent
01
αντίστοιχος, ανάλογος
having a similarity or equivalence in certain respects while differing in others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plan was correspondent to the original proposal in overall structure.
Το σχέδιο ήταν αντίστοιχο με την αρχική πρόταση στη συνολική δομή.



























