corporal
cor
ˈkɔ:
kaw
po
ral
rəl
rēl
corporeal

Ορισμός και σημασία του "corporal"στα αγγλικά

01

δεκανέας, λοχίας

a noncommissioned officer in the Army or Air Force or Marines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corporals
01

σωματικός, φυσικός

having or existing in bodily form 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corporal
συγκριτικός βαθμός
more corporal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surgeon examined the corporal symptoms before recommending treatment. 

Ο χειρουργός εξέτασε τα σωματικά συμπτώματα πριν προτείνει θεραπεία.

02

σωματικός, σαρκικός

concerned with the body, rather than the mind or spirit 
Παραδείγματα
The play explored the contrast between corporal desires and spiritual fulfillment. 

Το έργο εξέτασε την αντίθεση μεταξύ σωματικών επιθυμιών και πνευματικής ικανοποίησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store