Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coronate
01
στέφω, ενθρονίζω
invest with regal power; enthrone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coronate
γ΄ ενικό πρόσωπο
coronates
ενεστώτα μετοχή
coronating
απλός αόριστος
coronated
παθητική μετοχή
coronated
Λεξικό Δέντρο
coronation
coronate



























