cornmeal
corn
ˈkɔ:n
kawn
meal
ˌmi:l
mil
corneal

Ορισμός και σημασία του "cornmeal"στα αγγλικά

01

αλεύρι καλαμποκιού, σιμιγδάλι καλαμποκιού

a type of flour made by grinding dried corn kernels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornmeals
Παραδείγματα
She used cornmeal to make the cornbread. 

Χρησιμοποίησε αλεύρι καλαμποκιού για να φτιάξει το καλαμποκόψωμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store