cornea
cor
ˈkɔ:
kaw
nea
niə
niē
corneae

Ορισμός και σημασία του "cornea"στα αγγλικά

01

κερατοειδής χιτώνας, διαφανής μεμβράνη του ματιού

(anatomy) the transparent layer that covers the outside of the eyeball 
cornea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corneas
Παραδείγματα
The cornea is the transparent, dome-shaped layer covering the front of the eye, responsible for refracting light rays to focus images onto the retina. 

Η κornea είναι η διαφανής, θολωτή στρώση που καλύπτει το μπροστινό μέρος του ματιού, υπεύθυνη για τη διάθλαση των ακτίνων φωτός για να εστιάσει τις εικόνες στον αμφιβληστροειδή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store