cormorant
cor
ˈkɔr
κορ
mo
μερ
rant
rənt
ραντ
/kˈɔːməɹənt/

Ορισμός και σημασία του "cormorant"στα αγγλικά

01

κορμοράνος, μεγάλο υδρόβιο πτηνό

a large aquatic bird with dark feathers, webbed feet, a hooked bill and a throat pouch
cormorant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cormorants
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store