Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corkscrew
01
τιρμπουσόν, ανοιχτήρι μπουκαλιών
a small tool with a pointy spiral metal for pulling out corks from bottles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corkscrews
Παραδείγματα
She struggled for a moment before remembering to use the corkscrew to open the bottle of wine for dinner.
Πάλεψε για μια στιγμή πριν θυμηθεί να χρησιμοποιήσει τον τιρμπουσόν για να ανοίξει το μπουκάλι κρασί για το δείπνο.
to corkscrew
01
περιστρέφομαι σπειροειδώς, κινώ σπειροειδώς
to move along a spiral or twisting path, often with rapid changes in direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
corkscrew
γ΄ ενικό πρόσωπο
corkscrews
ενεστώτα μετοχή
corkscrewing
απλός αόριστος
corkscrewed
παθητική μετοχή
corkscrewed
Παραδείγματα
The airplane corkscrewed down through the clouds.
Το αεροπλάνο κατέβηκε σπειροειδώς μέσα από τα σύννεφα.
Λεξικό Δέντρο
corkscrew
cork
screw



























