corked
corked
kɔ:kt
κοκτ
cornedcordedcooked

Ορισμός και σημασία του "corked"στα αγγλικά

01

φελλωτός, μολυσμένος από ελαττωματικό φελλό

(of wine) contaminated by a faulty cork, resulting in an unpleasant odor or taste in the wine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corked
συγκριτικός βαθμός
more corked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
wine, quality, taste

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

corked
cork
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store