coquettish
Pronunciation
/kəkˈɛɾɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "coquettish"στα αγγλικά

coquettish
01

κοκέτα, επιδεικτικός

behaving in a playful, flirtatious way intended to attract attention or admiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coquettish
συγκριτικός βαθμός
more coquettish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spoke in a coquettish tone that made him blush.
Μίλησε με κοκέτα τόνο που τον έκανε να κοκκινίσει.

Λεξικό Δέντρο

coquettishly
coquettish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store