Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coquettish
01
κοκέτα, επιδεικτικός
behaving in a playful, flirtatious way intended to attract attention or admiration
Παραδείγματα
She spoke in a coquettish tone that made him blush.
Μίλησε με κοκέτα τόνο που τον έκανε να κοκκινίσει.
Λεξικό Δέντρο
coquettishly
coquettish



























