coquettish
co
kəʊ
κεου
que
ˈkɛ
κε
ttish
tɪʃ
τισ
squarishfairishpettishbearish

Ορισμός και σημασία του "coquettish"στα αγγλικά

coquettish
01

κοκέτα, επιδεικτικός

behaving in a playful, flirtatious way intended to attract attention or admiration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coquettish
συγκριτικός βαθμός
more coquettish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, interaction, personality
Παραδείγματα
She gave him a coquettish smile across the room. 

Του έριξε ένα κοκέτικο χαμόγελο απέναντι στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coquettishly
coquettish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store