Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cop
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cops
Παραδείγματα
The cop patrolled the neighborhood to ensure the safety of residents.
Ο αστυνομικός περιπολούσε στη γειτονιά για να εξασφαλίσει την ασφάλεια των κατοίκων.
to cop
01
συλλαμβάνω, κρατώ
to arrest someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cop
γ΄ ενικό πρόσωπο
cops
ενεστώτα μετοχή
copping
απλός αόριστος
copped
παθητική μετοχή
copped
Παραδείγματα
The police managed to cop the suspect after a brief chase.
Η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τον ύποπτο μετά από μια σύντομη καταδίωξη.
02
κλέβω, αρπάζω
to steal or unlawfully take something
Παραδείγματα
He tried to cop a few bills from the register.
Προσπάθησε να κλέψει μερικά χαρτονομίσματα από το ταμείο.
03
αγοράζω, προμηθεύομαι
to buy or obtain something, often clothing or merchandise
αργκό
Παραδείγματα
I'm going to cop that jacket I saw online.
Θα αγοράσω αυτό το μπουφάν που είδα online.



























