Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cooperation
01
συνεργασία, συνδρομή
the act of working together toward a common goal
Παραδείγματα
The project's success depended on the cooperation between engineers and designers.
Η επιτυχία του έργου εξαρτήθηκε από τη συνεργασία μεταξύ μηχανικών και σχεδιαστών.
02
συνεργασία
joint operation or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cooperations
Λεξικό Δέντρο
cooperation
operation
operate
oper



























