Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cooperation
01
συνεργασία, συνδρομή
the act of working together toward a common goal
Παραδείγματα
Without the team 's cooperation, the event would not have run smoothly.
Χωρίς τη συνεργασία της ομάδας, η εκδήλωση δεν θα είχε προχωρήσει ομαλά.
02
συνεργασία
joint operation or action
Λεξικό Δέντρο
cooperation
operation
operate
oper



























