cooperation
Pronunciation
/ˌkwɑpɝˈeɪʃən/, /ˌkwɔpɝˈeɪʃən/, /koʊˌɑpɝˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "cooperation"στα αγγλικά

01

συνεργασία, συνδρομή

the act of working together toward a common goal
cooperation definition and meaning
Παραδείγματα
Without the team 's cooperation, the event would not have run smoothly.
Χωρίς τη συνεργασία της ομάδας, η εκδήλωση δεν θα είχε προχωρήσει ομαλά.
02

συνεργασία

joint operation or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cooperations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store