Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coop up
01
περιορίζω, φυλακίζω
to keep someone or something in a small or limited space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
coop
ενεστώτας
coop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
coops up
ενεστώτα μετοχή
cooping up
απλός αόριστος
cooped up
παθητική μετοχή
cooped up
Παραδείγματα
The rainy weather forced us to coop up indoors for the entire weekend.
Ο βροχερός καιρός μας ανάγκασε να περαστούμε μέσα για όλο το σαββατοκύριακο.



























