Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coop up
[phrase form: coop]
01
περιορίζω, φυλακίζω
to keep someone or something in a small or limited space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
coop
ενεστώτας
coop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
coops up
ενεστώτα μετοχή
cooping up
απλός αόριστος
cooped up
παθητική μετοχή
cooped up
Παραδείγματα
Working from home sometimes makes people feel cooped up, longing for the freedom to move around more.
Η εργασία από το σπίτι κάνει μερικές φορές τους ανθρώπους να αισθάνονται παγιδευμένοι, λαχταρώντας την ελευθερία να κινηθούν περισσότερο.



























