Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cookout
01
ψησταριά, μπάρμπεκιου
an informal outdoor event where the food is often grilled or barbecued and prepared to be enjoyed in a social gathering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cookouts
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cookout
cook
out



























