to cook out
cook
kʊk
κουκ
out
aʊt
αουτ
cookout

Ορισμός και σημασία του "cook out"στα αγγλικά

to cook out
01

ψήνω μπάρμπεκιου, μαγειρεύω στη σχάρα

cook outdoors on a barbecue grill 
to cook out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cook
ενεστώτας
cook out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooks out
ενεστώτα μετοχή
cooking out
απλός αόριστος
cooked out
παθητική μετοχή
cooked out

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store