coo
Pronunciation
/ˈku/

Ορισμός και σημασία του "coo"στα αγγλικά

01

κουρούνημα, ήχος περιστεριού

the murmuring sound that a pigeon or a dove makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coos
to coo
01

κουκουλώ, μουρμουρίζω

to utter a murmuring sound, as of pigeons or doves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coos
ενεστώτα μετοχή
cooing
απλός αόριστος
cooed
παθητική μετοχή
cooed
02

κρώζω, μιλάω απαλά

speak softly or lovingly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store