Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coo
01
κουρούνημα, ήχος περιστεριού
the murmuring sound that a pigeon or a dove makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coos
to coo
01
κουκουλώ, μουρμουρίζω
to utter a murmuring sound, as of pigeons or doves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coos
ενεστώτα μετοχή
cooing
απλός αόριστος
cooed
παθητική μετοχή
cooed
02
κρώζω, μιλάω απαλά
speak softly or lovingly



























