Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convulse
01
παθαίνω κρίση από γέλιο, τρέμω από τα γέλια
be overcome with laughter
02
σπασμοποιώ, κάνω κάποιον να σπασμοποιηθεί από το γέλιο
make someone convulse with laughter
03
σπασμωδίας, συστέλλονται ακούσια
contract involuntarily, as in a spasm
04
προκαλώ σπασμούς, γελώ ακατάσχετα
to make someone experience muscle contractions, especially by making them laugh
Παραδείγματα
The absurdity of the situation convulsed him with laughter, leaving him gasping for breath.
Το παράλογο της κατάστασης τον σύσπασε από το γέλιο, αφήνοντάς τον να λαχανιάζει.
05
σπασμολογώ, δονώ βίαια
to shake in a violent and uncontrollable way
Transitive
Παραδείγματα
His sudden, loud laughter convulsed the quiet classroom.
Το ξαφνικό, δυνατό γέλιο του σάλεψε την ήσυχη τάξη.
06
σπασμολογώ, βιώνω σπασμούς
to experience violent, uncontrollable shaking or movement
Intransitive
Παραδείγματα
The small boat convulsed as it was tossed by the waves.
Η μικρή βάρκα σπασμωδικά σείστηκε καθώς πετιόταν από τα κύματα.
Λεξικό Δέντρο
convulsion
convulsive
convulse



























