convoy
con
ˈkɑn
καν
voy
ˌvɔɪ
βοϊ
/kˈɒnvɔ‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "convoy"στα αγγλικά

01

κομβόι, πομπή

a procession of land vehicles traveling together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convoys
02

πομπή, συνοδεία

the act of escorting while in transit
03

κομβόι, πομπή

a number of vehicles or ships that travel together and are often escorted with armed troops protection
to convoy
01

συνοδεύω, συνοδηγώ

to accompany or escort a person or group as a means of protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
convoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
convoys
ενεστώτα μετοχή
convoying
απλός αόριστος
conveyed
παθητική μετοχή
conveyed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store