Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to convict
01
καταδικάζω, αποφαίνομαι ένοχος
to announce officially that someone is guilty of a crime in a court of law
Transitive: to convict sb
Παραδείγματα
Over the years, the legal system has occasionally convicted high-profile figures for various offenses.
Με τα χρόνια, το νομικό σύστημα έχει περιστασιακά καταδικάσει εμφανείς προσωπικότητες για διάφορα αδικήματα.
Convict
Παραδείγματα
The convict's family visited him regularly, offering support and encouragement.
Η οικογένεια του καταδικασμένου τον επισκεπτόταν τακτικά, προσφέροντας υποστήριξη και ενθάρρυνση.
02
a person found guilty of a criminal charge by a court of law
Παραδείγματα
Convicts often face challenges finding employment.
Λεξικό Δέντρο
conviction
reconvict
convict



























