to convict
con
kən
kēn
vict
ˈvɪkt
vikt
convect

Ορισμός και σημασία του "convict"στα αγγλικά

to convict
01

καταδικάζω, αποφαίνομαι ένοχος

to announce officially that someone is guilty of a crime in a court of law 
Transitive: to convict sb
to convict definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convict
γ΄ ενικό πρόσωπο
convicts
ενεστώτα μετοχή
convicting
απλός αόριστος
convicted
παθητική μετοχή
convicted
Παραδείγματα
The jury deliberated and decided to convict the defendant of murder. 

Η κριτική επιτροπή συζήτησε και αποφάσισε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για φόνο.

01

καταδικασμένος, φυλακισμένος

a person found guilty of a crime and sent to prison 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
convicts
Παραδείγματα
The convict was sentenced to ten years in prison for robbery. 

Ο καταδικασμένος καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση για ληστεία.

02

καταδικασμένος, φυλακισμένος

a person found guilty of a criminal charge by a court of law 
Παραδείγματα
As a convict, he lost his right to vote. 

Ως καταδικασμένος, έχασε το δικαίωμα ψήφου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conviction
reconvict
convict
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store