convict
con
kən
καν
vict
ˈvɪkt
βικτ
/kənˈvɪkt/

Ορισμός και σημασία του "convict"στα αγγλικά

to convict
01

καταδικάζω, αποφαίνομαι ένοχος

to announce officially that someone is guilty of a crime in a court of law
Transitive: to convict sb
to convict definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
convict
γ΄ ενικό πρόσωπο
convicts
ενεστώτα μετοχή
convicting
απλός αόριστος
convicted
παθητική μετοχή
convicted
Παραδείγματα
Over the years, the legal system has occasionally convicted high-profile figures for various offenses.
Με τα χρόνια, το νομικό σύστημα έχει περιστασιακά καταδικάσει εμφανείς προσωπικότητες για διάφορα αδικήματα.
01

καταδικασμένος, φυλακισμένος

a person found guilty of a crime and sent to prison
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convicts
Παραδείγματα
The convict's family visited him regularly, offering support and encouragement.
Η οικογένεια του καταδικασμένου τον επισκεπτόταν τακτικά, προσφέροντας υποστήριξη και ενθάρρυνση.
02

καταδικασμένος, φυλακισμένος

a person found guilty of a criminal charge by a court of law
Παραδείγματα
Convicts often face challenges finding employment.
Οι καταδικασμένοι συχνά αντιμετωπίζουν προκλήσεις στην εύρεση εργασίας.

Λεξικό Δέντρο

conviction
reconvict
convict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store