convex
con
ˈkɒn
κον
vex
vɛks
βεκσ

Ορισμός και σημασία του "convex"στα αγγλικά

01

κυρτός, καμπύλος προς τα έξω

having a surface that is curved outward 
convex definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convex
συγκριτικός βαθμός
more convex
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, optics, surfaces
Παραδείγματα
The convex mirror in the hallway made the space appear larger than it actually was. 

Ο κυρτός καθρέφτης στο διάδρομο έκανε τον χώρο να φαίνεται μεγαλύτερος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

convexly
convexness
convex
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store