Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Converter
01
μετατροπέας, μετασχηματιστής
a device for changing one substance or form or state into another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
converters
02
μετατροπέας, αλλαγέας συχνότητας
a device used to alter the frequency of a radio signal
LanGeek



























