converter
Pronunciation
/kənˈvɝtɝ/

Ορισμός και σημασία του "converter"στα αγγλικά

01

μετατροπέας, μετασχηματιστής

a device for changing one substance or form or state into another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
converters
02

μετατροπέας, αλλαγέας συχνότητας

a device used to alter the frequency of a radio signal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store