contumacy
con
ˈkɒn
kon
tu
tjʊ
tyoo
ma
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "contumacy"στα αγγλικά

01

ανυπακοή σε δικαστική απόφαση, αντίσταση στην εκτέλεση δικαστικής εντολής

(law) resistance to comply with a court order 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανυπακοή, σκόπιμη πρόκληση

intentional defiance of authority such as a referee or a school principal 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store