contralto
cont
ˈkənt
καντ
ral
ræl
ραιλ
to
təʊ
τεου
alto

Ορισμός και σημασία του "contralto"στα αγγλικά

01

κοντράλτο, άλτο

a female singer with the lowest singing voice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
contralti
αρσενικό ενικό
countertenor
θηλυκό ενικό
contralto
neutral form
low-voice singer
02

κοντράλτο, άλτο

a type of classical female singing voice characterized by its low range and rich, resonant quality 
Παραδείγματα
In the opera, the contralto's low tones added a sense of drama and intensity to the ensemble. 

Στην όπερα, οι χαμηλοί τόνοι της κοντράλτο πρόσθεσαν μια αίσθηση δράματος και έντασης στο σύνολο.

01

κοντράλτο, του κοντράλτο

of or being the lowest female voice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, voice

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store