contraceptive
cont
ˌkɒnt
kont
ra
cep
ˈsɛp
sep
tive
tɪv
tiv
apperceptiveunperceptiveunreceptiveconceptive

Ορισμός και σημασία του "contraceptive"στα αγγλικά

01

αντισυλληπτικό, μέθοδος αντισύλληψης

any device, drug, or method that is used to prevent pregnancy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contraceptives
contraceptive
01

αντισυλληπτικός

(of methods, devices, or medications) capable of preventing conception or pregnancy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Contraceptive methods include condoms, birth control pills, and intrauterine devices (IUDs). 

Οι μέθοδοι αντισύλληψης περιλαμβάνουν προφυλακτικά, αντισυλληπτικά χάπια και ενδομήτριες συσκευές (IUD).

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store