Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contort
01
στραβώνω, στρεβλώνω
to twist or bend something out of its normal or natural shape
Transitive: to contort sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contort
γ΄ ενικό πρόσωπο
contorts
ενεστώτα μετοχή
contorting
απλός αόριστος
contorted
παθητική μετοχή
contorted
Παραδείγματα
The artist used wire to contort and shape it into a sculpture that defied conventional forms.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε σύρμα για να στρεβλώσει και να το διαμορφώσει σε ένα γλυπτό που αψηφούσε τις συμβατικές μορφές.
Λεξικό Δέντρο
contorted
contortion
contort



























