to contort
Pronunciation
/kənˈtɔɹt/

Ορισμός και σημασία του "contort"στα αγγλικά

to contort
01

στραβώνω, στρεβλώνω

to twist or bend something out of its normal or natural shape
Transitive: to contort sth
to contort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contort
γ΄ ενικό πρόσωπο
contorts
ενεστώτα μετοχή
contorting
απλός αόριστος
contorted
παθητική μετοχή
contorted
Παραδείγματα
The artist used wire to contort and shape it into a sculpture that defied conventional forms.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε σύρμα για να στρεβλώσει και να το διαμορφώσει σε ένα γλυπτό που αψηφούσε τις συμβατικές μορφές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store