Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Consumption
01
κατανάλωση, χρήση
the act of using up something, such as resources, energy, or materials
Παραδείγματα
The rapid consumption of fuel raised concerns about sustainability.
Η γρήγορη κατανάλωση καυσίμου προκάλεσε ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα.
02
κατανάλωση, καταπόση
the process of taking in food or drink through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Proper consumption of vegetables is essential for a balanced diet.
Η κατάλληλη κατανάλωση λαχανικών είναι απαραίτητη για μια ισορροπημένη διατροφή.
03
κατανάλωση, χρήση
the use of goods or services in an economy to satisfy wants or support production
Παραδείγματα
National consumption of electricity peaks during heat waves.
Η εθνική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κορυφώνεται κατά τη διάρκεια των καύσωνων.
04
φθίση, πνευμονική φυματίωση
a disease of the lungs, historically known as tuberculosis
Παραδείγματα
In the 19th century, consumption was the leading cause of death in Europe.
Τον 19ο αιώνα, η φθίση ήταν η κύρια αιτία θανάτου στην Ευρώπη.
Λεξικό Δέντρο
consumption
consume



























