consuming
con
kən
kēn
su
ˈsju:
syoo
ming
mɪng
ming
consoling

Ορισμός και σημασία του "consuming"στα αγγλικά

01

καταναλωτικός, δυνατός

used to describe something that is very strong and has an urgent, powerful effect on one's thoughts, feelings, or behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consuming
συγκριτικός βαθμός
more consuming
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, intensity
Παραδείγματα
Her consuming ambition to become a doctor led her to work tirelessly and sacrifice many other interests in her life. 

Η καταναλωτική φιλοδοξία της να γίνει γιατρός την οδήγησε να εργάζεται ακούραστα και να θυσιάσει πολλά άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή της.

02

απορροφητικός, εξαντλητικός

taking up a lot of time, energy, or attention 
Παραδείγματα
He found the process of writing a book to be mentally consuming, as he was constantly thinking about the plot and characters. 

Βρήκε τη διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου διανοητικά επιπονή, καθώς σκεφτόταν συνεχώς την πλοκή και τους χαρακτήρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

consuming
consume
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store