Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consuming
01
καταναλωτικός, δυνατός
used to describe something that is very strong and has an urgent, powerful effect on one's thoughts, feelings, or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consuming
συγκριτικός βαθμός
more consuming
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, intensity
Παραδείγματα
Her consuming ambition to become a doctor led her to work tirelessly and sacrifice many other interests in her life.
Η καταναλωτική φιλοδοξία της να γίνει γιατρός την οδήγησε να εργάζεται ακούραστα και να θυσιάσει πολλά άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή της.
02
απορροφητικός, εξαντλητικός
taking up a lot of time, energy, or attention
Παραδείγματα
He found the process of writing a book to be mentally consuming, as he was constantly thinking about the plot and characters.
Βρήκε τη διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου διανοητικά επιπονή, καθώς σκεφτόταν συνεχώς την πλοκή και τους χαρακτήρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
consuming
consume



























