Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consuming
01
καταναλωτικός, δυνατός
used to describe something that is very strong and has an urgent, powerful effect on one's thoughts, feelings, or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consuming
συγκριτικός βαθμός
more consuming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His consuming passion for music drove him to spend every free moment practicing his instrument.
Το καταναλωτικό πάθος του για τη μουσική τον οδήγησε να ξοδεύει κάθε ελεύθερη στιγμή εξασκώντας το όργανό του.
02
απορροφητικός, εξαντλητικός
taking up a lot of time, energy, or attention
Παραδείγματα
Her new job was so consuming that she barely had time for anything else.
Η νέα της δουλειά ήταν τόσο χρονοβόρα που μετά βίας είχε χρόνο για οτιδήποτε άλλο.
Λεξικό Δέντρο
consuming
consume



























