consulate
Pronunciation
/ˈkɑnsəɫət/

Ορισμός και σημασία του "consulate"στα αγγλικά

01

προξενείο

a building or office where a consul carries out diplomatic duties
consulate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consulates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store