constitutionalism
cons
ˌkɒns
κονσ
ti
τι
tu
ˈtju:
τγου
tio
ʃə
σα
na
να
li
λι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "constitutionalism"στα αγγλικά

Constitutionalism
01

συνταγματισμός, υπεράσπιση των συνταγματικών αρχών

the advocacy or support of government according to constitutional principles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The lawyer championed constitutionalism as a safeguard against arbitrary rule. 

Ο δικηγόρος υπερασπίστηκε τον συνταγματισμό ως προστασία από την αυθαίρετη διακυβέρνηση.

02

συνταγματισμός, συνταγματικό καθεστώς

a system of government organized according to a constitution, usually written 
Παραδείγματα
The United States operates under constitutionalism. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν υπό τον συνταγματισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

constitutionalism
constitutional
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store