Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constitutionalism
01
συνταγματισμός, υπεράσπιση των συνταγματικών αρχών
the advocacy or support of government according to constitutional principles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The speech promoted constitutionalism and protection of civil liberties.
Η ομιλία προώθησε τον συνταγματισμό και την προστασία των αστικών ελευθεριών.
02
συνταγματισμός, συνταγματικό καθεστώς
a system of government organized according to a constitution, usually written
Παραδείγματα
The new state adopted constitutionalism to prevent abuse of power.
Το νέο κράτος υιοθέτησε τον συνταγματισμό για να αποτρέψει την κατάχρηση εξουσίας.
Λεξικό Δέντρο
constitutionalism
constitutional



























