Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constitutional
01
υγειονομικός περίπατος, περίπατος για την υγεία
a walk or outing taken regularly for the purpose of exercise or promoting health
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
constitutionals
Παραδείγματα
She goes for a constitutional every morning in the park.
Πηγαίνει για υγειονομικό περίπατο κάθε πρωί στο πάρκο.
constitutional
01
συνταγματικός, συνταγματική
relating to or in accordance with the rules laid out in a constitution, which is a set of fundamental laws for a country or organization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The law passed by the parliament was deemed constitutional by the judiciary.
Ο νόμος που ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο κρίθηκε συνταγματικός από τη δικαστική εξουσία.
02
ωφέλιμο για την υγεία, ευνοϊκό για τη σωματική διάπλαση
promoting health or contributing positively to one's physical condition
Παραδείγματα
The spa offers treatments with constitutional benefits.
Το σπα προσφέρει θεραπείες με συνταγματικά οφέλη.
03
συνταγματικός, σωματικός
pertaining to the makeup, structure, or physical composition of a person or object
Παραδείγματα
His constitutional strength allowed him to endure long hikes.
Η συνταγματική του δύναμη του επέτρεψε να αντέξει μεγάλες πεζοπορίες.
04
συνταγματικός, θεμελιώδης
existing as an essential, intrinsic, or defining feature of something
Παραδείγματα
Cooperation is constitutional to the team's success.
Η συνεργασία είναι συνταγματική για την επιτυχία της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
constitutionalism
constitutionalist
constitutional



























