constituency
cons
ˈkəns
kēns
ti
ti
tuen
tjuən
tyooēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "constituency"στα αγγλικά

01

εκλογική περιφέρεια, εκλογικό σώμα

a group of people in a specific area who elect a representative to a legislative position 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
constituencies
Παραδείγματα
The candidate promised to address the concerns of their entire constituency. 

Ο υποψήφιος υποσχέθηκε να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες ολόκληρης της εκλογικής του περιφέρειας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

constituency
constitute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store