consternation
Pronunciation
/ˌkɑnstɝˈneɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "consternation"στα αγγλικά

01

αμηχανία, αγωνία

a feeling of worry or shock after an unexpected, unpleasant event
consternation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The unexpected results of the test left the students in consternation.
Τα απρόσμενα αποτελέσματα της δοκιμασίας άφησαν τους μαθητές σε αμηχανία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store