conniving
co
nni
ˈnaɪ
nai
ving
vɪng
ving
survivingstrivingrevivingthriving

Ορισμός και σημασία του "conniving"στα αγγλικά

01

δολοπλοκών, πανουργος

engaging in unethical, harmful, or even illegal planning for a goal at the expense of others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conniving
συγκριτικός βαθμός
more conniving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, planning
Παραδείγματα
The conniving plot to take over the company was exposed. 

Η προμελετημένη συνωμοσία για την ανάληψη της εταιρείας αποκαλύφθηκε.

02

υπολογιστικός, χειριστικός

acting with a specific goal 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conniving
connive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store