Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conniving
01
δολοπλοκών, πανουργος
engaging in unethical, harmful, or even illegal planning for a goal at the expense of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conniving
συγκριτικός βαθμός
more conniving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The conniving plot to take over the company was exposed.
Η προμελετημένη συνωμοσία για την ανάληψη της εταιρείας αποκαλύφθηκε.
02
υπολογιστικός, χειριστικός
acting with a specific goal
Λεξικό Δέντρο
conniving
connive



























