Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to connive
01
συνωμοτώ, συνεργάζομαι κρυφά
to secretly cooperate or conspire with others, typically to commit wrongdoing or deceit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
connive
γ΄ ενικό πρόσωπο
connives
ενεστώτα μετοχή
conniving
απλός αόριστος
connived
παθητική μετοχή
connived
Παραδείγματα
The corrupt officials connive with businessmen to embezzle public funds.
Οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι συνενοούνται με επιχειρηματίες για να υπεξαιρέσουν δημόσια κεφάλαια.
02
συνενοχώ, είμαι συνένοχος
encourage or assent to illegally or criminally
03
κλείνω τα μάτια, συνενοχώμαι
to knowingly ignore something illicit or improper without taking action to stop it
Παραδείγματα
The supervisor connives at the employees' habitual tardiness, failing to address the issue.
Ο επόπτης κλείνει τα μάτια στις συνήθεις καθυστερήσεις των υπαλλήλων, χωρίς να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Λεξικό Δέντρο
connivance
conniving
connive



























