Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Connivance
01
συνενοχή, συμπαιγνία
the act of secretly agreeing to or cooperating in a dishonest or illegal plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The robbery happened with the connivance of the store's security guard.
Η ληστεία συνέβη με την συνενοχή του φύλακα ασφαλείας του καταστήματος.
Λεξικό Δέντρο
connivance
connive



























