connivance
co
κα
nni
ˈnaɪ
ναι
vance
vəns
βανσ
/kənˈa‍ɪvəns/

Ορισμός και σημασία του "connivance"στα αγγλικά

01

συνενοχή, συμπαιγνία

the act of secretly agreeing to or cooperating in a dishonest or illegal plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The smuggling ring worked under the connivance of law enforcement.
Το δίκτυο λαθρεμπορίου λειτουργούσε υπό την συνενοχή των αρχών επιβολής του νόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store