Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conk out
01
εξαντλούμαι, σταματώ να λειτουργώ
use up all one's strength and energy and stop working
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
conk
ενεστώτας
conk out
γ΄ ενικό πρόσωπο
conks out
ενεστώτα μετοχή
conking out
απλός αόριστος
conked out
παθητική μετοχή
conked out
02
σταματώ να λειτουργώ, χαλάω
stop operating or functioning



























