Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agricultural
01
αγροτικός, γεωργικός
related to the practice or science of farming
Παραδείγματα
Sustainable agricultural methods aim to minimize environmental impact while maximizing productivity.
Οι βιώσιμες αγροτικές μέθοδοι στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση της περιβαλλοντικής επίπτωσης ενώ μεγιστοποιούν την παραγωγικότητα.
02
αδέξιος, αγροίκος
awkward or clumsy in manner
Dialect
British
Παραδείγματα
His agricultural handling of the delicate equipment caused a mishap.
Η αγροτική του χειρισμός του ευαίσθητου εξοπλισμού προκάλεσε ένα ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
agricultural
agriculture



























