Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congenital disease
01
εκ γενετής ασθένεια, κληρονομική ασθένεια
a disease or disorder that is inherited genetically
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
congenital diseases



























