Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confine to
01
περιορίζω σε, περιορίζω μέσα σε
restrict or confine within limits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
confine
ενεστώτας
confine to
γ΄ ενικό πρόσωπο
confines to
ενεστώτα μετοχή
confining to
απλός αόριστος
confined to
παθητική μετοχή
confined to



























