to confine to
Pronunciation
/kənfˈaɪn tuː/

Ορισμός και σημασία του "confine to"στα αγγλικά

to confine to
01

περιορίζω σε, περιορίζω μέσα σε

restrict or confine within limits
to confine to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
confine
ενεστώτας
confine to
γ΄ ενικό πρόσωπο
confines to
ενεστώτα μετοχή
confining to
απλός αόριστος
confined to
παθητική μετοχή
confined to
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store