confessor
con
kən
kēn
fe
ˈfɛ
fe
ssor
represserdepressorprofessorrepressor

Ορισμός και σημασία του "confessor"στα αγγλικά

01

εξομολογητής, ιερέας που ακούει τις εξομολογήσεις

a priest who hears confession and gives absolution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confessors
02

ομολογητής, εξομολογούμενος

a person who admits to doing something wrong 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store