Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confessor
01
εξομολογητής, ιερέας που ακούει τις εξομολογήσεις
a priest who hears confession and gives absolution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
confessors
αρσενικό ενικό
confessor
θηλυκό ενικό
confessress
neutral form
confessor
02
ομολογητής, εξομολογούμενος
a person who admits to doing something wrong
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
confessor
confess



























