conference call
Pronunciation
/kˈɑːnfɹəns kˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "conference call"στα αγγλικά

Conference call
01

τηλεδιάσκεψη, κονφερενς κωλ

a phone call in which three or more people can hear and speak with one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conference calls
Παραδείγματα
The conference call had some technical issues, but we managed to get through the meeting.
Η τηλεδιάσκεψη είχε κάποια τεχνικά προβλήματα, αλλά καταφέραμε να ολοκληρώσουμε τη συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store