Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confederation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
confederations
Παραδείγματα
The confederation of states agreed to share resources.
Η συνομοσπονδία των κρατών συμφώνησε να μοιραστεί πόρους.
02
συνομοσπονδία, συμμαχία
the process of forming an alliance or union of entities
Παραδείγματα
The confederation of several clans strengthened their position.
Η συνομοσπονδία πολλών φυλών ενίσχυσε τη θέση τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
confederation
confederate
confeder



























