Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conference call
01
τηλεδιάσκεψη, κονφερενς κωλ
a phone call in which three or more people can hear and speak with one another
Παραδείγματα
The conference call had some technical issues, but we managed to get through the meeting.
Η τηλεδιάσκεψη είχε κάποια τεχνικά προβλήματα, αλλά καταφέραμε να ολοκληρώσουμε τη συνάντηση.



























