confederate
con
kən
καν
fe
ˈfɛ
φε
de
ντερ
rate
ˌreɪt
ρειτ
/kənfˈɛdəɹət/

Ορισμός και σημασία του "confederate"στα αγγλικά

to confederate
01

συνομοσπονδώ, συνάπτω συμμαχία

(politics) to be joined together by a treaty
to confederate definition and meaning
02

συμμαχώ, ομοσπονδώ

to come together and make an alliance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confederate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confederates
ενεστώτα μετοχή
confederating
απλός αόριστος
confederated
παθητική μετοχή
confederated
confederate
01

συνομοσπονδιακός, σχετικός με τη Συνομοσπονδία

of or having to do with the southern Confederacy during the American Civil War
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

συνομοσπονδιακός, συμμαχικός

united in a confederacy or league
01

ένας συνομοσπονδιακός, ένας υποστηρικτής των Συνομοσπονδιακών Πολιτειών της Αμερικής

a supporter of the Confederate States of America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confederates
02

συνεπιβουλευτής, συνεργός

a person who joins with another in carrying out some plan (especially an unethical or illegal plan)
03

συνεργός, συμμέτοχος

someone who assists in a plot

Λεξικό Δέντρο

confederation
confederative
confederate
confeder
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store