Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confederate
01
συνομοσπονδώ, συνάπτω συμμαχία
(politics) to be joined together by a treaty
02
συμμαχώ, ομοσπονδώ
to come together and make an alliance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confederate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confederates
ενεστώτα μετοχή
confederating
απλός αόριστος
confederated
παθητική μετοχή
confederated
confederate
01
συνομοσπονδιακός, σχετικός με τη Συνομοσπονδία
of or having to do with the southern Confederacy during the American Civil War
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
συνομοσπονδιακός, συμμαχικός
united in a confederacy or league
Confederate
01
ένας συνομοσπονδιακός, ένας υποστηρικτής των Συνομοσπονδιακών Πολιτειών της Αμερικής
a supporter of the Confederate States of America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confederates
02
συνεπιβουλευτής, συνεργός
a person who joins with another in carrying out some plan (especially an unethical or illegal plan)
03
συνεργός, συμμέτοχος
someone who assists in a plot
Λεξικό Δέντρο
confederation
confederative
confederate
confeder



























