confectionary
Pronunciation
/kənˈfɛkʃəˌnɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "confectionary"στα αγγλικά

01

ζαχαροπλαστείο, κατάστημα ζαχαροπλαστικής

a confectioner's shop
confectionary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confectionaries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store