confectionary
con
kən
kēn
fec
ˈfɛk
fek
tio
ʃə
shē
na
ry
ri
ri
confectionery

Ορισμός και σημασία του "confectionary"στα αγγλικά

01

ζαχαροπλαστείο, κατάστημα ζαχαροπλαστικής

a confectioner's shop 
confectionary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
confectionaries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store